Κάθε BSS ελέγχεται από έναν Βασικό Σταθμό ο οποίος ονομάζεται Access Point (ΑΡ) (Σημείο-Σταθμός Πρόσβασης). Επειδή η εμβέλεια εκπομπής ενός ενιαίου ΑΡ μπορεί να είναι ανεπαρκής να καλύψει τις απαιτήσεις δικτύωσης μιας οργάνωσης, διάφορα APs μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους σε ένα κοινό Backbone. Όταν το WLAN υλοποιείται με αυτή τη μορφή, η τυποποιημένη ορολογία του 802.11 το καταγράφει σαν Distribution System (DS).
Ανεξάρτητα από το αν, το ασύρματο τοπικό LAN, αποτελείται ένα ή περισσότερα BSS, τα APs τους, και το DS τους, στα ανώτερα στρώματα του προτύπου αναφοράς, αντιμετωπίζονται σαν ένα ενιαίο ΙΕΕΕ 802 δίκτυο. Στην τυποποιημένη ορολογία του 802.11, στα ανώτερα στρώματα του προτύπου αναφοράς OSI στο σύνολό της αυτή η δομή αναφέρεται ως Εκτεταμένη Μονάδα ΥπηρεσιώνExtended Service Set (ESS).
Τα δεδομένα μετακινούνται μεταξύ ενός BSS και του DS μόνο μέσω του AP, ενώ το DS υποστηρίζει τους τύπους κίνησης του 802.11 παρέχοντας υπηρεσίες ικανές να ελέγχουν την αντιστοίχηση (mapping) της διεύθυνσης στον προορισμό για κάθε σταθμό που μετακινείται.
Η κεντρική ιδέα της συγκεκριμένης τοπολογίας, είναι ότι ένα δίκτυο ESS εμφανίζεται το ίδιο σε ένα επίπεδο LLC όπως και ένα δίκτυο BSS. Οι σταθμοί μέσα στο ίδιο ESS μπορούν να μετακινούνται από ένα BSS σε ένα άλλο διαφανώς ως προς το LLC.
|